κατάβασις


κατάβασις
κατά-βασις, , das Hinunter-, Hinabsteigen; der Zug aus Hochasien nach dem Meere hinab, Ggstz von ἀνάβασις. Ein abschüssiger Ort

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κατάβασις — way down fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσις — καταβάσῑς , κατάβασις way down fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσει — κατάβασις way down fem nom/voc/acc dual (attic epic) καταβάσεϊ , κατάβασις way down fem dat sg (epic) κατάβασις way down fem dat sg (attic ionic) καταβά̱σει , καταβαίνω go aor subj act 3rd sg (epic doric) καταβά̱σει , καταβαίνω go fut ind mid 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσεις — κατάβασις way down fem nom/voc pl (attic epic) κατάβασις way down fem nom/acc pl (attic) καταβά̱σεις , καταβαίνω go aor subj act 2nd sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσεσιν — κατάβασις way down fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσης — κατάβασις way down fem nom/voc pl (doric aeolic) καταβά̱σης , καταβαίνω go aor part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσιες — κατάβασις way down fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβάσιος — κατάβασις way down fem gen sg (epic doric ionic aeolic) καταβάσιος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάβασιν — κατάβασις way down fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάβαση — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 6 κάτ.) της Χίου. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα, 32 χλμ. ΒΔ της πρωτεύουσας του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αμάνης του νομού Χίου. * * * η (AM κατάβασις) [καταβαίνω] 1. η πορεία προς τα κάτω,… …   Dictionary of Greek

  • Զ — I. ( ) NBH 1 0708 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c Տառ բաղաձայն, եւ այն կիսաձայն ըստ բզզանաց մեղուաց՝ մանաւանդ յառաջ քան զբաղաձայնս. զորօրինակ՝ զմարդ, զնա. որ գրի եւ զընա, իբր ըզընա. զի միշտ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.